episthmes
Legal responsibility due to prenatal and preimplantation genetic diagnosis & eugenic abortion in Greece Print E-mail
Written by Kostis Voumvourakis   

prenatal_diagnosis

Medical malpractice following prenatal and preimplantation diagnosis often leads to procreating handicapped or seriously ill children. In this article an effort has been made to present and evaluate the legal claims of parents as well as those of damaged children (!), when such cases are brought before domestic Courts. Serious legal, ethical and social issues are raised by the legal claims when presented by the children. These problems are identified and analyzed taking into account both Greek recent case – law and some ground – breaking foreign judgments.In addition, Greek legal regime on eugenic abortion is considered too strict; parents are forced to act in a rather not “legally compatible” way, in order to prevent an upcoming birth. Thus, in reality, criminal law seriously intervenes in family planning, although the role of the legislature should be exclusively informative and by no means invasive. Finally, several conclusions are drawn and a few suggestions are being proposed, in order to effectively alter the Greek (legal) reality on these matters. 

 

 

ΝΟΜΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

&

ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΥΓΟΝΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

 

Εσχάτως, ολοένα και περισσότερες υποθέσεις σχετικές με ιατρικά σφάλματα καταλήγουν προς επίλυση στα ελληνικά δικαστήρια. Ανάλογα θέματα έχουν ανακύψει διεθνώς, εκ των οποίων έχει προκύψει πλούσια νομολογία. Ένα εξ αυτών των ζητημάτων είναι η ευθύνη που προκύπτει από σφάλματα κατά τον προγεννητικό και προεμφυτευτικό έλεγχο[1].

 

I. ΠΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Προγεννητικός έλεγχος ή προγεννητική διάγνωση (prenatal diagnosis – PD) ονομάζεται ο έλεγχος του εμβρύου in vivo με τη βοήθεια      συγκεκριμένων μεθόδων, προκειμένου να εντοπισθούν εγκαίρως πιθανές ανωμαλίες ή παθήσεις. Οι μέθοδοι αυτές είναι μη επεμβατικές (π.χ. υπερηχογράφημα, εξέταση του μητρικού αίματος) ή επεμβατικές (αμνιοκέντηση, έλεγχος τροφοβλάστης). Με τις επεμβατικές μεθόδους εξετάζονται εμβρυϊκά κύτταρα που λαμβάνονται είτε από το αμνιακό υγρό είτε από την τροφοβλάστη με παρακέντηση. Οι επεμβατικές προγεννητικές εξετάσεις εντοπίζουν σοβαρές χρωματοσωμικές ανωμαλίες (π.χ. σύνδρομο Down) και γενετικές παθήσεις (π.χ. μεσογειακή αναιμία, κυστική ίνωση) αλλά και μη παθολογικά φαινοτυπικά χαρακτηριστικά (π.χ. το φύλο του εμβρύου). Διενεργούνται σήμερα συνήθως στο πρώτο τρίμηνο της κύησης.

 

II. ΠΡΟΕΜΦΥΤΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Προεμφυτευτικός έλεγχος ή προεμφυτευτική διάγνωση[2] (preimplantation genetic diagnosis – PGD) ονομάζεται ο in vitro έλεγχος του εμβρύου που έχει προκύψει μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση, με σκοπό την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να εντοπίσει σοβαρές ανωμαλίες και παθήσεις όπως επίσης να προσδιορίσει το φύλο του εμβρύου. Διενεργείται σε 1 -2 βλαστομερίδια που λαμβάνονται από το έμβρυο, χωρίς αυτό να παραβλάπτεται. Η προεμφυτευτική διάγνωση δεν έχει ακόμα γενικευθεί στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, καθώς απαιτεί ειδικό εξοπλισμό των εργαστηρίων και αναλόγου επιπέδου τεχνογνωσία.

Αμφότερες οι μέθοδοι[3] είναι προϊόντα της ραγδαίας τεχνολογίας και επιστήμης και όσο κι αν πριν από λίγα χρόνια η συζήτηση περί αυτών θα αποτελούσε επιστημονική φαντασία, σήμερα αποτελεί πλέον γεγονός. Μάλιστα δε, δίδουν πρωτόγνωρες επιλογές στους υποψήφιους γονείς και γεννούν δικαιώματα και αξιώσεις εκ του τρόπου διεξαγωγής τους.

 

III. ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΓΕΝΝΗΣΕΩΝ

Παρά τη σημαντική πρόοδο της επιστήμης, ακόμα και στις μέρες μας γεννώνται άτομα με σοβαρές ασθένειες ή αναπηρίες. Αυτό μπορεί να συμβεί σε τρεις περιπτώσεις[4]: Στην πρώτη κατηγορία εμπίπτουν οι περιπτώσεις όπου ο ιατρός με ενέργειες ή παραλείψεις του, πριν από την κύηση ή κατά τη διάρκειά της, προκαλεί το πρόβλημα υγείας του παιδιού. Συγκεκριμένα, ή το προκαλεί εξ ολοκλήρου, ή το επιδεινώνει, ή δεν επιτρέπει την έγκαιρη αντιμετώπιση ή άμβλυνση του (λ.χ. ο ιατρός από απρόσεκτο χειρισμό τραυματίζει το έμβρυο ή βλάπτει το γονιμοποιημένο ωάριο, με συνέπεια να γεννηθεί άτομο με αναπηρία. Ο ιατρός χορηγεί στην έγκυο φάρμακο, που παρουσιάζει παρενέργειες, με συνέπεια τη βλάβη του εμβρύου και τη γέννηση παιδιού με προβλήματα υγείας ή μεταγγίζει αίμα με τον ιό HIV στη μητέρα, με συνέπεια να προσβληθεί και το μωρό της που γεννιέται αργότερα). Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι φανερό ότι, αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι ιατρικές ενέργειες ή παραλείψεις, το παιδί θα είχε γεννηθεί υγιές ή με λιγότερα προβλήματα υγείας.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι περιπτώσεις που διεθνώς χαρακτηρίζονται ως «wrongful life[5]», στις οποίες η γέννηση ενός παιδιού με προβλήματα υγείας δεν είναι άμεση συνέπεια κάποιας ιατρικής πράξης αλλά της μη έγκαιρης διάγνωσης του προβλήματος. Ο ιατρός, δηλαδή, παρέλειψε – ενώ όφειλε – να χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διαγνωστικά μέσα του προγεννητικού ελέγχου ή δεν ενημέρωσε σχετικά τους γονείς και η μητέρα δεν προχώρησε σε άμβλωση, όπως θα έκανε αν γνώριζε το πρόβλημα. Λ.χ. ο ιατρός δεν υποβάλλει τους υποψήφιους γονείς σε εξέταση για να διαπιστωθεί αν και οι δύο είναι φορείς γενετικής ασθένειας (όπως είναι η μεσογειακή αναιμία), ενώ υπάρχει οικογενειακό ιστορικό στη συγκεκριμένη πάθηση. Ένα άλλο συνηθισμένο παράδειγμα ανάλογης υπόθεσης είναι η παράλειψη του γυναικολόγου να υποβάλει στην εξέταση της αμνιοκέντησης έγκυο άνω των 35 ετών ή νεότερη, αλλά με βεβαρημένο ιστορικό, με συνέπεια να γεννηθεί στη συνέχεια άτομο με τρισωμία 21 (σύνδρομο Down). Σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτό που προσάπτεται στον ιατρό είναι ότι, εξαιτίας της δικής του παράλειψης σε σχέση με τη διάγνωση ή την ενημέρωση, η κύηση πραγματοποιήθηκε (λ.χ. επειδή το ενδεχόμενο σοβαρής ασθένειας του παιδιού – λόγω γενετικής προδιάθεσης των γονέων του – δε διαγνώστηκε πριν από τη σύλληψη ή επειδή σε περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης η πάθηση δε διαγνώστηκε με έλεγχο του γονιμοποιημένου ωαρίου πριν από την εμφύτευση του στη μήτρα της γυναίκας) ή δε διακόπηκε (επειδή η ασθένεια δε διαγνώστηκε με τις εξετάσεις που διενεργούνται στο κυοφορούμενο), με συνέπεια τη γέννηση ενός βαριά ασθενούς παιδιού.

Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν οι περιπτώσεις στις οποίες δε γίνεται εκ πεποιθήσεως (συνήθως θρησκευτικά «πιστεύω») κανενός είδους παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, με αποτέλεσμα να αφήνονται στην τύχη τους τόσο η κύηση όσο και το έμβρυο.

Εστιάζοντας στις περιπτώσεις της δεύτερης κατηγορίας, παρατηρείται ως κοινός παρονομαστής τους ότι το πρόβλημα υγείας του παιδιού δε θα μπορούσε με καμία ιατρική πράξη, θεραπεία κ.λπ. να είχε αποφευχθεί, είτε επειδή κατά το χρόνο της ιατρικής παρέμβασης η βλάβη του εμβρύου ήταν ήδη ανεπανόρθωτη, είτε επειδή η ασθένεια του παιδιού είναι γενετική, δηλαδή οφείλεται αποκλειστικά στη γενετική προδιάθεση των γονέων του. Αυτό το στοιχείο διακρίνει τις περιπτώσεις «wrongful life» από τις περιπτώσεις ευθύνης της πρώτης κατηγορίας, όπου το ιατρικό σφάλμα βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πάθηση ή την αναπηρία του ατόμου που γεννιέται. Αντίθετα, στις περιπτώσεις «wrongful life», το πρόβλημα του παιδιού δεν προκαλείται από ενέργεια ή παράλειψη του ιατρού, αφού ούτως ή άλλως δεν υπήρχε η δυνατότητα να αποφευχθεί. Αυτό που θα είχε ενδεχομένως  «αποφευχθεί», αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίσιμη ιατρική πράξη ή παράλειψη, είναι η ίδια η γέννηση του παιδιού. Το συγκεκριμένο παιδί, είτε θα γεννιόταν άρρωστο, είτε δε θα είχε γεννηθεί καθόλου, επειδή, κατά τα ανωτέρω, η κύηση του θα είχε ματαιωθεί ή διακοπεί με απόφαση της μητέρας του.

 

IV. ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

Στις δύο πρώτες κατηγορίες περιπτώσεων δεν αποκλείεται η κρίσιμη ενέργεια ή παράλειψη του ιατρού να συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, οπότε είναι δυνατό να τεθεί περαιτέρω ζήτημα αστικής ευθύνης του ιατρού, δηλαδή υποχρέωσης του να αποκαταστήσει τη ζημία που οφείλεται αιτιωδώς στο σφάλμα του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. (αδικοπρακτική ευθύνη). Επίσης, εφόσον μεταξύ του ιατρού και του ζημιωμένου προσώπου υφίσταται και συμβατική σχέση («ιατρική σύμβαση» ή «σύμβαση ιατρικής αγωγής» ή «σύμβαση παροχής ιατρικών υπηρεσιών»), ενδέχεται να προκύπτει παράβαση της σύμβασης αυτής, με συνέπεια τη δημιουργία και συμβατικής ευθύνης σε βάρος του ιατρού (ενδοσυμβατική ευθύνη)[6]. Προκειμένου να τελεσφορήσει μια αγωγή αποζημίωσης κατά του ιατρού, θα πρέπει να αποδειχθεί η υπαίτια παράβαση εκ μέρους του κάποιας νόμιμης ή/και συμβατικής υποχρέωσής του, που προκάλεσε αιτιωδώς[7] ζημία στον ασθενή, με σημαντικότερες περιπτώσεις το ιατρικό σφάλμα (υπαίτια παράβαση των κατά βάση άγραφων κανόνων επιμέλειας του ιατρικού επαγγέλματος) και την παράβαση της υποχρέωσης ενημέρωσης. Εφόσον, λοιπόν, συντρέχει και η προϋπόθεση της υπαιτιότητας, ιδρύεται τόσο η αδικοπρακτική όσο και η ενδοσυμβατική ευθύνη του ιατρού.

Προφανώς, όταν η ασθένεια ή η αναπηρία του παιδιού οφείλεται αιτιωδώς σε σφάλμα του ιατρού (ιατρικό σφάλμα ή σφάλμα ενημέρωσης), δηλαδή εμπίπτει στις περιπτώσεις της πρώτης προαναφερθείσης κατηγορίας, η ευθύνη του ιατρού έναντι του παιδιού και των γονέων του δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Σχετικά με την αδικοπρακτική ευθύνη εφαρμόζονται τα άρθρα 929 και 931 Α.Κ. Η αξίωση αποζημίωσης του παιδιού προϋποθέτει, κατά την κρατούσα άποψη, εφαρμογή του άρθρου 36 Α.Κ. (κυοφορούμενος), ενώ υποστηρίζεται και ότι η προσφυγή στην τελευταία διάταξη δεν είναι αναγκαία. Από την άλλη πλευρά, οι γονείς του παιδιού – στα πλαίσια της διάταξης 929 Α.Κ. - θα αποζημιωθούν για στέρηση υπηρεσιών, σύμφωνα με το εδ. 2 της διάταξης αυτής. Επίσης, λόγω του ότι είναι υπόχρεοι διατροφής του παιδιού, ισχύουν και γι’ αυτούς όσα γενικά υποστηρίζονται για τις αξιώσεις του τρίτου που καλύπτει εν όλω ή εν μέρει τη θετική περιουσιακή ζημία άλλου προσώπου που υπέστη βλάβη της υγείας του (λ.χ. νοσήλια, φάρμακα), ως υπόχρεος διατροφής του τελευταίου. Τέλος, ειδικά για τη μητέρα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πρόκληση βλάβης στο έμβρυο συνιστά και σωματική βλάβη της εγκύου που το κυοφορεί, με συνέπεια να έχει και με αυτή τη θεμελίωση αξιώσεις αποζημίωσης και αποκατάστασης της ηθικής βλάβης της. Σχετικά με την ενδοσυμβατική ευθύνη του ιατρού έναντι της μητέρας και του τέκνου, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η υποψήφια μητέρα συνάπτει με τον γυναικολόγο μια σύμβαση για τον εαυτό της και παράλληλα μια (γνήσια) σύμβαση υπέρ τρίτου, του παιδιού που πρόκειται να γεννηθεί. Σύμφωνα με άλλη προσέγγιση, η σύμβαση της μητέρας με τον γιατρό έχει προστατευτική λειτουργία και υπέρ του παιδιού.

Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της δεύτερης κατηγορίας παρουσιάζονται πρόσθετες δυσχέρειες και ιδιαιτερότητες όπως θα εκτεθούν παρακάτω.

 

V. ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ

Πότε όμως μια συμπεριφορά συνιστά ιατρικό σφάλμα; Το ιατρικό σφάλμα[8] στο Δίκαιό μας συνιστά περίπτωση συρροής αδικοπρακτικής και συμβατικής ευθύνης για πλημμελή εκπλήρωση (όταν, βέβαια, υπάρχει σύμβαση). Τρία κριτήρια έχουν προταθεί για να χαρακτηρισθεί ορισμένη συμπεριφορά ως ιατρικό σφάλμα:

Α) Το πρώτο, το οποίο ακολουθείται από τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, είναι αυτό του μέσου συνετού ιατρού που τηρεί τους κανόνες της επιστήμης του (leges artis). Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, αμελής είναι η συμπεριφορά του ιατρού που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές ή παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Το κριτήριο τείνει να εγκαταλειφθεί στη σύγχρονη θεωρία της ιατρικής ευθύνης.

Β) Το δεύτερο κριτήριο είναι αυτό της αναγωγής στα «standards» του ιατρικού επαγγέλματος. Ως ιατρικό «standard» μπορεί να χαρακτηρισθεί το σύνολο των προδιαγραφών ποιότητας, στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένη περίπτωση η παροχή ιατρικών υπηρεσιών. Ο ιατρός, λοιπόν, οφείλει, όπως κάθε επαγγελματίας, να παρέχει υπηρεσίες που αντιστοιχούν σε ένα ορισμένο επίπεδο ποιότητας, σύμφωνα με τα πρότυπα ενέργειας και συμπεριφοράς που γίνονται αποδεκτά στο επάγγελμα του. Αμέλεια, ως παράνομη συμπεριφορά, είναι η απόκλιση προς τα κάτω από αυτό το πρότυπο ποιότητας.

Γ) Το τρίτο και τελευταίο κριτήριο είναι αυτό της αναγωγής σε συγκεκριμένη περίπτωση, συγκεκριμένο ασθενή, δηλαδή της πλήρους εξατομικεύσεως. Έτσι, αμελής πρέπει να κριθεί ο ιατρός, ο οποίος σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν έπραξε αυτό που επέβαλε το συμφέρον της υγείας του ασθενούς. Αντιστρόφως, επιμελής είναι ο ιατρός που προβαίνει στις ενέργειες που είναι απαραίτητες και ωφέλιμες για το συγκεκριμένο ασθενή, παραβιάζοντας, αν είναι αναγκαίο, όχι μόνο τη συνήθη επαγγελματική πρακτική αλλά και κάποιο κανόνα της ιατρικής ή standard.

Εν τέλει, ως ασφαλέστερο θεωρείται το κριτήριο που προκύπτει από τη δημιουργική σύνθεση των τριών προαναφερθέντων. Πάντως, καταλύτης για το αν υπήρξε ή όχι ιατρικό σφάλμα, πρέπει να είναι το συμφέρον της υγείας του ασθενούς. Η αρχή «salus aegroti suprema lex est» («ο υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία του ασθενούς») είναι ο θεμελιώδης κανόνας της ιατρικής και η λυδία λίθος κάθε προτύπου για την παροχή ιατρικής βοήθειας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι και στην περίπτωση που ένας γιατρός αναλαμβάνει την παρακολούθηση μιας κύησης ή τον προγεννητικό έλεγχο, δεν αλλάζει κάτι στις υποχρεώσεις του. Δηλαδή, ο ιατρός οφείλει να επιδείξει ορισμένη συμπεριφορά, να τηρήσει ένα πρότυπο επιμελείας σύμφωνα με τα προαναφερθέντα κριτήρια, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υπόσχεται, ούτε οφείλει να επιτύχει ορισμένο αποτέλεσμα, λ.χ. τη γέννηση ενός υγιούς παιδιού.

Ειδικότερο ερώτημα που έχει τεθεί στις περιπτώσεις «wrongful life» είναι πως κρίνεται το ιατρικό σφάλμα, όταν ο ιατρός θεωρεί ως μη αναγκαία συγκεκριμένη διαγνωστική εξέταση και παραλείπει να ενημερώσει τον ασθενή για τη σχετική δυνατότητα, π.χ. υπήρξε περίπτωση ιατρού που δεν ενημέρωσε την έγκυο ότι η ύπαρξη τρισωμίας 21 (σύνδρομο Down) στο έμβρυο μπορούσε, σχεδόν με βεβαιότητα, να αποκλειστεί με την εξέταση της αμνιοπαρακέντησης, την οποία ο ίδιος δεν έκρινε ως απαραίτητη για τη συγκεκριμένη έγκυο. Εν προκειμένω, υποστηρίζεται[9] ότι το σφάλμα του ιατρού συνίσταται στην παράλειψη του να ενημερώσει την έγκυο, στερώντας της την επιλογή να υποβληθεί στη συγκεκριμένη εξέταση και στη συνέχεια μετά τη διάγνωση του σοβαρότατου προβλήματος του εμβρύου να προβεί σε επιτρεπτή διακοπή της κύησης. Ο αντίλογος στην άποψη αυτή είναι ότι το σφάλμα εντοπίζεται, όχι στην ενημέρωση αλλά στη διάγνωση. Δηλαδή, ο γιατρός δεν οφείλει να ενημερώνει τον ασθενή για κάθε δυνατή διαγνωστική μέθοδο που υπάρχει, την οποία ο ίδιος δεν κρίνει αναγκαία και πρόσφορη για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Όμως, ο ιατρός διαπράττει σφάλμα, όταν παραλείπει μια απαραίτητη εξέταση, επειδή κατά παράβαση των κανόνων επιμελείας την αγνοεί ή δε σταθμίζει σωστά την αναγκαιότητα της. Επομένως, στο άνω παράδειγμα ο ιατρός ευθύνεται, αν η αμνιοκέντηση ήταν μια αναγκαία εξέταση με βάση την ηλικία και το ιστορικό της εγκύου, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τη συγκεκριμένη στάθμιση κινδύνων – οφέλους και όχι απλώς γιατί δεν ενημέρωσε την έγκυο. Άρα η κρίση – απόφαση για την αναγκαιότητα μιας εξέτασης είναι αρμοδιότητα του ιατρού και όχι του ασθενούς, πράγμα λογικό, καθώς, συνήθως, ο ασθενής δεν έχει τις ιατρικές γνώσεις που είναι απαραίτητες για την περίπτωση του και γι’ αυτό απευθύνεται στον εξειδικευμένο ιατρό.

 

VI. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΕΑΣ ΖΗΜΙΑΣ

Το κρισιμότερο ζήτημα που τίθεται στις περιπτώσεις που εξετάζονται είναι η αποκαταστατέα ζημία[10]. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι αποτέλεσμα των ιατρικών σφαλμάτων κατά τον προγεννητικό έλεγχο είναι η ίδια η γέννηση και η ύπαρξη του ασθενούς παιδιού, το οποίο, χωρίς αυτά τα σφάλματα, δε θα είχε έρθει στη ζωή, με απόφαση της μητέρας. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι περιπτώσεις «wrongful life» θέτουν σοβαρά  κοινωνικά και ηθικά ζητήματα. Συγκεκριμένα, φτάνουμε στο σημείο η γέννηση και η ύπαρξη του συγκεκριμένου παιδιού που πάσχει από την ασθένεια, να αντιμετωπίζεται ως ζημία, πράγμα το οποίο φαίνεται απαράδεκτο για το σύστημα της αστικής ευθύνης και αντίθετο με τη συνταγματική προστασία της αξίας του ανθρώπου. Το ζήτημα έχει συζητηθεί στα δικαστήρια της Γερμανίας, της Γαλλίας κ.λπ., χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί νομολογιακά[11].

Διάκριση γίνεται μεταξύ της αξίωσης αποζημίωσης των γονέων και αυτής του ίδιου του παιδιού. Η αξίωση των γονέων έχει γίνει, κατά κανόνα, αποδεκτή από τα δικαστήρια και ικανοποιείται[12], χωρίς να λείπει και ο αντίλογος. Όμως, η αναγνώριση της αξίωσης αποζημίωσης στο ίδιο το παιδί που γεννήθηκε με την ασθένεια ή την αναπηρία οδηγεί σε αδιέξοδα.

 

VII. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΠΑΣΧΟΝΤΟΣ ΤΕΚΝΟΥ

Η αξίωση έχει εμφανιστεί με το ίδιο περιεχόμενο, όπως και αυτή των γονέων, δηλαδή το παιδί ζητεί την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που συνδέεται με την ασθένεια του. Σχετικά με την περιουσιακή βλάβη, το παιδί ζητεί την αποκατάσταση κάθε ζημίας του που προκλήθηκε από ιατρικές πράξεις και παραλείψεις, ουσιαστικά, όμως, επικαλείται ως ζημία την ίδια του την ύπαρξη, δηλαδή το γεγονός ότι γεννήθηκε(!). Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η ζωή ενός ανθρώπου με ασθένεια ή αναπηρία συνιστά ζημία και περαιτέρω ότι η ανυπαρξία του θα ήταν για τον ίδιο προτιμότερη, κάτι που αντίκειται στη συνταγματική προστασία της ανθρώπινης αξίας (αρθ. 2 Συντ.) και στην επίσης συνταγματική αναγνώριση υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει ιδιαίτερα τέτοια άτομα (αρθ. 21 παρ. 2 Συντ.).

Παράλληλα, τίθενται και δογματικά εμπόδια, αφού η εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς, εν προκειμένω, είναι αδύνατη. Συγκεκριμένα, κατά τη θεωρία της διαφοράς, ο σκοπός της αποζημίωσης είναι να επαναφέρει το πρόσωπο στην περιουσιακή κατάσταση στην οποία αυτό θα βρισκόταν, αν δεν είχε μεσολαβήσει το «ζημιογόνο» γεγονός. Εδώ, όμως, αν δεν είχε μεσολαβήσει το ιατρικό σφάλμα πριν ή κατά την κύηση, το παιδί δε θα είχε αποφύγει κάποια μείωση της περιουσίας του, αλλά δε θα υπήρχε καθόλου, για να έχει οποιαδήποτε περιουσία. Επομένως, οδηγούμαστε σε άτοπο αποτέλεσμα.

Ανάλογα προβλήματα εμφανίζονται και για την αξίωση του πάσχοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (αρθ. 932 Α.Κ.) δεν αποσκοπεί στην επιβολή κύρωσης στον ζημιώσαντα, αλλά σε μια πλατιά νοούμενη αποκατάσταση και έμμεση επανόρθωση της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε, με άλλα λόγια αποσκοπεί στην ανακούφιση του αδικηθέντος από τη λύπη, τη στενοχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή ενός αγαθού. Όμως, τα ιατρικά σφάλματα στις περιπτώσεις «wrongful life» δεν προκαλούν αιτιωδώς βλάβη σε κανένα αγαθό του παιδιού, καθώς το πρόβλημα υγείας του έχει συνήθως γενετική καταγωγή ή σχετίζεται με συγγενή ανίατη πάθηση. Αντιθέτως, τα ιατρικά σφάλματα στις άνω περιπτώσεις συνδέονται αιτιωδώς με την ίδια την ύπαρξη του συγκεκριμένου παιδιού, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει με κανένα τρόπο προσβολή σε βάρος του ίδιου του παιδιού. Επιπλέον, το παιδί δεν είναι δυνατόν να ζητεί την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, αφού αυτό στην πραγματικότητα θα συνιστούσε ένα αίτημα ανακούφισης από την ψυχική ταλαιπωρία που υφίσταται για το γεγονός της ύπαρξης του και ειδικότερα για το γεγονός ότι η μητέρα του δεν είχε την ευκαιρία να επιλέξει τη ματαίωση της γέννησης του. Τέλος, σύμφωνα με τον αποκαταστατικό χαρακτήρα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επιδιώκεται η επαναφορά του προσώπου σε μια ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ανάλογη με αυτήν, στην οποία θα βρισκόταν χωρίς τη μεσολάβηση της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιώσαντος. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση είναι προφανές ότι δεν τίθεται ζήτημα εξισορρόπησης της παρούσας ψυχικής κατάστασης του προσώπου με αυτήν που θα υπήρχε χωρίς την αδικοπραξία.

Επιπρόσθετα, τυχόν αναγνώριση του δικαιώματος του πάσχοντος παιδιού προς αποζημίωση του, είναι πολύ πιθανό ότι θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου υπό την άποψη της μετατροπής του δικαιώματος διακοπής της κύησης σε υποχρέωση. Αυτό, διότι, αν αναγνωρίζεται στο παιδί η δυνατότητα να ζητήσει αποζημίωση λόγω αναπηρίας από τους ιατρούς, επειδή έσφαλαν στην προγεννητική διάγνωση και δεν επέτρεψαν στη μητέρα να αποφασίσει ελεύθερα τη διακοπή της κύησης, γιατί να μην μπορεί, με βάση την ίδια λογική, (το παιδί) να εναγάγει και τους ίδιους τους γονείς του (!), επειδή δεν έκαναν προγεννητικό έλεγχο της γενετικής του κατάστασης ή επειδή δεν προχώρησαν στη διακοπή της κύησης σε περίπτωση δυσμενούς προγεννητικού ελέγχου; Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί η εξέλιξη του γαλλικού Δικαίου στο θέμα αυτό, μετά το θόρυβο που προκάλεσε η απόφαση Perruche[13]. Ο νομοθέτης , λοιπόν, επέλεξε να απαγορεύσει στο εξής την άσκηση της σχετικής αξίωσης. Το άρθρο 1 του νόμου 2002-203 της 4/4/2002 προβλέπει ότι «κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί ζημία που οφείλεται σε μόνο το γεγονός ότι γεννήθηκε».

Ο αντίλογος στα προαναφερθέντα επιχειρήματα κρίνεται ως ανεπαρκής και εστιάζεται κυρίως στο εξής: μπορεί μεν να γίνεται δεκτή η αξίωση αποζημίωσης των γονέων, αλλά τι θα συμβεί στην περίπτωση τυχόν πρόωρου θανάτου τους? Το πάσχον άτομο θα μείνει απροστάτευτο. Επομένως, η απόρριψη της αξίωσης του παιδιού θεωρείται ανεπιεικής και υποκριτική. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δε δίδεται απάντηση στα καυτά φιλοσοφικά, ηθικά και δογματικά ερωτήματα που προκύπτουν.

 

VIII. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Αξίζει να αναφερθεί η στάση των ελληνικών δικαστηρίων σε περιπτώσεις παρόμοιες με αυτές που προαναφέρθηκαν. Η νομολογία επί των ζητημάτων ξεκίνησε να εξελίσσεται σχετικά πρόσφατα με την απόφαση υπ. αριθμ. 5152/2002 του Εφετείου Αθηνών {δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (Τ.Ν.Π.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.)}, η οποία ασχολήθηκε με την παράλειψη ιατρού να προβεί σε τεχνητή διακοπή της κύησης, με αποτέλεσμα να γεννηθεί μη αρτιμελές παιδί. Συγκεκριμένα, οι υποψήφιοι γονείς επισκέφθηκαν τον ιατρό στην κλινική όπου εργαζόταν, ώστε η σύζυγος σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης (κύηση υπέρ των 25 εβδομάδων) να υποβληθεί στον αναγκαίο προγεννητικό έλεγχο. Μετά τον υπερηχογραφικό έλεγχο ο ιατρός βεβαίωσε εγγράφως το ζευγάρι ότι όλα βαίνουν καλώς με την εγκυμοσύνη, όμως, όταν το τέκνο γεννήθηκε, διαπιστώθηκε ότι έπασχε από φωκομέλεια, εμφανίζοντας παντελή έλλειψη του αριστερού του χεριού (από το ύψος του καρπού) και του αριστερού του ποδιού (από το ύψος του γονάτου). Οι γονείς στράφηκαν κατά του ιατρού, ο οποίος δε διέγνωσε σωστά τη σοβαρή ανωμαλία κατά τον προγεννητικό έλεγχο ενεργώντας πλημμελώς, ζητώντας αποζημίωση για την περιουσιακή βλάβη που θα υποστούν λόγω της τοποθέτησης πρόσθετων τεχνητών μελών και των ακόλουθων εγχειρήσεων, ενώ ζήτησαν και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν. Το Πρωτοδικείο και το Εφετείο απέρριψαν την αγωγή ως μη νόμιμη και απεφάνθησαν ότι, αφ’ ενός η διακοπή της κύησης δε θα ήταν επιτρεπτή, καθώς η εγκυμοσύνη είχε υπερβεί τις 24 εβδομάδες που αναφέρει ο νόμος (αρθ. 304 Π.Κ.), αφ’ ετέρου οι δαπάνες στις οποίες θα υποβληθούν οι γονείς ως υπόχρεοι σε επιμέλεια και διατροφή του παιδιού δεν αποτελούν άμεση ζημία αλλά έμμεση, η οποία μόνο κατ’ εξαίρεση αποκαθίσταται, κάτι το οποίο δεν ισχύει εδώ. Το ίδιο έμμεση είναι και η ηθική βλάβη, την οποία υπέστησαν οι γονείς και δεν αποκαθίσταται.

Στην απόφαση υπ’ αριθμ. 4865/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών {δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (Τ.Ν.Π.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α)}, το Δικαστήριο μελέτησε την περίπτωση ενός ζευγαριού που επισκέφθηκε το τμήμα προγεννητικού ελέγχου γνωστού μαιευτηρίου των Αθηνών, ώστε να υποβληθεί η έγκυος σε προγεννητικό έλεγχο και ειδικότερα στην εξέταση των χοριακών λαχνών με τη μέθοδο της διπλής βελόνας. Τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά τόσο για μεσογειακή αναιμία όσο και για χρωμοσωματικές ανωμαλίες του εμβρύου. Παρά ταύτα, το τέκνο που γεννήθηκε έπασχε από σύνδρομο Down. Έτσι, οι γονείς στράφηκαν κατά της κλινικής και του ιατρού λόγω λανθασμένης διάγνωσης, με την οποία προσεβλήθη η προσωπικότητα τους, αφού στερήθηκαν το δικαίωμα τους να προβούν σε τεχνητή διακοπή της κύησης, την οποία είχαν αποφασίσει σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι το τέκνο τους έπασχε από το εν λόγω σύνδρομο. Ζήτησαν αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που θα υποστούν εξαιτίας της δαπανηρής διατροφής του τέκνου τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι γονείς δε νομιμοποιούνται ενεργητικά για την αξίωση αποζημίωσης που προέβαλαν, καθώς «…δικαιούχος της τυχόν αξίωσης της αποζημίωσης είναι το ίδιο το τέκνο, έστω και αν αυτό δεν κατέβαλε τις σχετικές δαπάνες και όχι οι γονείς του…», οι οποίοι μόνο εμμέσως ζημιώνονται. Σχετικά με την ηθική βλάβη έκρινε ως νόμιμο το αίτημα των γονέων προς χρηματική ικανοποίηση, καθώς «δεν αφορά αυτή (η ηθική βλάβη) που υπέστη το τέκνο, οπότε μόνο αυτό θα μπορούσε να την αξιώσει και όχι οι γονείς του ατομικά, αλλά αφορά την προσβολή της προσωπικότητας των ιδίων των εναγόντων και ειδικότερα την προσβολή του αγαθού της ελευθερίας εκείνων να αποφασίσουν για τη γέννηση του τέκνου τους». Επίσης, κατέταξε την περίπτωση του συνδρόμου Down σε αυτές που καταλαμβάνει το αρθ. 304 Π.Κ., επομένως η διακοπή της κύησης θα ήταν επιτρεπτή. Δεν κατέληξε παρ’ όλα ταύτα σε απόφαση, καθώς διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη αποσαφήνιση ιατρικών ζητημάτων.

Με την απόφαση υπ’ αριθμ. 544/2007 το Εφετείο Λαρίσης {δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (Τ.Ν.Π.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.)} απορρίπτει την έφεση των εκκαλούντων γονέων, οι οποίοι επρόκειτο να αποκτήσουν παιδί και γι’ αυτόν τον λόγο συνήψαν σύμβαση παροχής ιατρικών υπηρεσιών με έναν μαιευτήρα – γυναικολόγο και έναν ειδικό γενετιστή με αντικείμενο τον προγεννητικό έλεγχο. Οι εφεσίβλητοι, όμως, λόγω αμέλειας δε διέγνωσαν σωστά την κατάσταση του εμβρύου, το οποίο γεννήθηκε παρουσιάζοντας φωκομέλεια, δηλαδή μη ανάπτυξη μέρους του αντιβραχίου και όλης της παλάμης του αριστερού χεριού. Κατόπιν τούτου, οι γονείς στράφηκαν κατά των ιατρών ζητώντας αποζημίωση λόγω της περιουσιακής βλάβης που θα υποστούν για την προσθήκη τεχνητού μέλους στο τέκνο τους και για τις μετέπειτα επεμβάσεις προς αντικατάσταση αυτού με μυοηλεκτρική πρόθεση του άκρου. Επίσης, ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ορθώς το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, διότι, ακόμα κι αν οι γονείς είχαν πληροφορηθεί εγκαίρως την κατάσταση του εμβρύου, δε θα είχαν νόμιμο δικαίωμα να συναποφασίσουν τη διακοπή της κυήσεως, απαλλασσόμενοι από ένα (ανεπιθύμητο) παθολογικό νεογνό,  καθώς η φωκομέλεια ως δυσμορφία ανάπτυξης του άνω άκρου δε συνιστά «σοβαρή ανωμαλία» του εμβρύου που επάγεται τη γέννηση «παθολογικού νεογνού» κατά την έννοια του νόμου. Οι ενδείξεις για τη φωκομέλεια ενός εμβρύου συνιστούν ενδείξεις για ελάσσονα ανωμαλία ανάπτυξης (μέρους μάλιστα) των άκρων, χωρίς άλλη περαιτέρω συνέπεια στην υγεία. Η ανωμαλία αυτή – του κατά τ’ άλλα υγιέστατου παιδιού - αντιμετωπίζεται με διορθωτική παρέμβαση, που συνεπάγεται καλή ποιότητα ζωής. Επίσης, το Δικαστήριο τόνισε ότι η απόφαση για τη διακοπή ή όχι της κύησης αποτελεί βασικό θέμα του συζυγικού βίου, συνεπώς, τυχόν απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον σύζυγο. Επιπλέον, έκρινε ότι η επιλογή ή μη της μητρότητας προστατεύεται συνταγματικά (αρθ. 5 παρ. 1 Συντ.) και αν η έγκυος παρακωλυθεί με πράξη ή παράλειψη στην επιλογή της, τότε υφίσταται προσβολή της προσωπικότητας της, η οποία μπορεί να γεννήσει αξιώσεις για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Ανάλογες αξιώσεις έχει και ο σύζυγος, έστω και αν δεν είναι άμεσα προσβαλλόμενος, διότι οι δυσμενείς συνέπειες της προσβολής αντανακλώνται και σ’ αυτόν.

Στηριζόμενη στις ίδιες περίπου αιτιολογίες με την άνω ρηξικέλευθη απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, η απόφαση υπ’ αριθμ. 4591/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς {δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (Τ.Ν.Π.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.)} δικαιώνει για πρώτη φορά ενάγοντες γονείς επιδικάζοντας σε αυτούς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν και δη ποσό 350.000 ευρώ καθ’ έκαστον, δηλαδή συνολικά ποσό 700.000 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι γονείς απέκτησαν τέκνο, το οποίο έπασχε από κυστική ίνωση, ασθένεια ανίατη, κληρονομική και θανατηφόρος, η ύπαρξη της οποίας δε διαγνώστηκε κατά τον προγεννητικό έλεγχο από αμέλεια των εμπλεκομένων ιατρών. Έτσι, οι γονείς στράφηκαν κατά των εμπλεκομένων προσώπων ζητώντας χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστησαν, καθώς προσεβλήθη η προσωπικότητας τους και ειδικότερα η έκφανση της επιλογής ή μη διακοπής της κύησης για λόγους ευγονικούς (η μητέρα δεν είχε συμπληρώσει ακόμα την 24η εβδομάδα της κύησης). Το Δικαστήριο πέραν των άλλων έκρινε ότι η προσβολή της προσωπικότητας των γονέων δεν προκλήθηκε από τυχόν ευθύνη των εναγομένων για την ύπαρξη της ασθένειας (η οποία ασφαλώς δεν υπήρχε, καθώς ήταν καθαρά γενετική) αλλά από την παρεμπόδιση στην ελεύθερη και ανόθευτη επιλογή της διαμόρφωσης του οικογενειακού τους βίου, δηλαδή από την απώλεια της επιλογής ή μη διακοπής της κυήσεως για ευγονικούς λόγους. Αυτό συνέβη τη στιγμή της εξαγωγής και ανακοίνωσης στους γονείς των εσφαλμένων αποτελεσμάτων των εξετάσεων, αφού τότε νοθεύτηκε παράνομα ο σχηματισμός ελεύθερης βούλησης τους να μη γεννηθεί από αυτούς ένα θνησιγενές τέκνο, πάσχον από ανίατη και μη ανατάξιμη ασθένεια και ελήφθη η απόφαση για συνέχιση της κύησης.

Τέλος, με την απόφαση υπ’ αριθμ. 2839/2008 το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσ/νίκης {δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών (Τ.Ν.Π.) του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α)} αντιμετώπισε για πρώτη φορά, εκτός από τις αξιώσεις των γονέων και τις αξιώσεις του τέκνου. Ειδικότερα, το ζευγάρι των υποψήφιων γονέων επισκέφθηκε κατά την 22η εβδομάδα της κύησης ιατρική κλινική, προκειμένου να υποβληθεί η έγκυος σε προγεννητικό έλεγχο, ο οποίος έδειξε ότι το έμβρυο αναπτύσσεται φυσιολογικά. Όταν, όμως, έφτασε η στιγμή του τοκετού, το τέκνο που γεννήθηκε εμφάνισε «συγγενή έλλειψη περόνης» και ειδικότερα απουσία τριών περιφερικών στίχων του ποδιού, πρόσθιο εντύπωμα της κνήμης, πλάγια και υψηλή θέση της πτέρνας και απουσία πυρήνα αστραγάλου. Στη συνέχεια, οι γονείς και το ανήλικο τέκνο στράφηκαν κατά των ιατρών και της κλινικής ζητώντας χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη τους λόγω προσβολής της προσωπικότητας τους. Ειδικότερα, το τέκνο ισχυρίστηκε ότι υπέστη ηθική βλάβη συνιστάμενη στο ότι αυτό υφίσταται στο παρόν και θα υφίσταται στο μέλλον ψυχικό πόνο και ταλαιπωρία λόγω των σωματικών και κοινωνικών δυσκολιών που συνεπάγεται η αναπηρία του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ηθική βλάβη των γονέων είναι έμμεση και ως τέτοια δεν αποκαθίσταται και ότι η ανωμαλία που εμφάνισε το τέκνο ήταν απλά ανατομική (δεν υπήρχε «παθολογικό νεογνό») και δεν αποτελούσε λόγο διακοπής της κύησης. Σχετικά με την ηθική βλάβη του τέκνου απεφάνθη ότι αυτή«…θα μπορούσε να αποτραπεί μόνο με την αποτροπή της γέννησης αυτού. Όμως, η γέννηση και η διατήρηση του στη ζωή, έστω και με την εν λόγω ανατομική ανωμαλία, για την οποία μάλιστα μπορεί  ενδεχομένως να γίνει, όπως εκτίθεται άλλωστε στην αγωγή, διορθωτική χειρουργική παρέμβαση, το οποίο κατά τα λοιπά είναι απολύτως υγιές, χωρίς να επικαλείται το αντίθετο έχει μεγαλύτερη αξία και υπερτερεί ως έννομο αγαθό από το αποτέλεσμα που θα συνεπαγόταν η έστω και επιτρεπτή διακοπή της κυήσεως, αφού η αξία του άνθρωπου και η προστασία της ζωής αποτελεί συνταγματικά υπέρτερη αξία και προηγείται σε περίπτωση συγκρούσεως…». Συνεπώς, η αξίωση του τέκνου είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Εξίσου απορριπτέες κρίθηκαν και οι αξιώσεις των γονέων του.

 

IX. ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ–ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Στη χώρα μας η διακοπή της κύησης για ευγονικούς λόγους επιτρέπεται μόνο μέχρι την 24η εβδομάδα της κύησης (αρθ. 304 παρ. 4 περ. β’ Π.Κ.). Αν αυτό δε συμβεί, τότε υπάρχουν δύο δρόμοι[14] για την αντιμετώπιση τυχόν προβλημάτων (π.χ. ο προγεννητικός έλεγχος γίνεται για πρώτη φορά μετά την 24η εβδομάδα λόγω αμέλειας ή προσωπικών λόγων των γονέων, ή ενώ είχε γίνει σε πρώιμο στάδιο, δεν είχε δείξει την ύπαρξη κάποιας σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που θα επέτρεπε τη διακοπή της κύησης, ή οι εξετάσεις αποδεικνύονται εξαιρετικά χρονοβόρες):

-       Ο πρώτος δρόμος είναι ο κατ’ αρχήν νόμιμος. Οι ιατροί επισημαίνουν στους γονείς ότι πλέον η διακοπή της κύησης δεν επιτρέπεται και ότι επομένως αυτοί είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν τη συνέχιση της εγκυμοσύνης και τη γέννηση ενός παιδιού με σοβαρές επιβαρύνσεις. Αν οι γονείς αρνηθούν να συμμορφωθούν, η μόνη λύση που τους απομένει είναι αυτή της παράνομης διακοπής της κύησης με όλες τις δυσμενείς συνέπειες της, όπως είναι το υψηλό κόστος, οι όχι ασφαλείς όροι πραγμάτωσης της επέμβασης και η μη κάλυψη της διακοπής της κύησης από τα ασφαλιστικά ταμεία. Εναλλακτικά, συνιστάται, επίσης, η επιλογή μιας άλλης χώρας με ελαστικότερη νομοθεσία, όπως είναι η Αγγλία, η Αυστρία ή η Γαλλία, όπου η διακοπή της κύησης για ευγονικούς λόγους επιτρέπεται μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης. Το κόστος, βέβαια, παραμένει υψηλό.

-       Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της «ευθείας παρανομίας». Οι ιατροί, δηλαδή, σε συνεννόηση με τους γονείς, συνεργάζονται με έναν ειδικό ψυχίατρο, ο οποίος βεβαιώνοντας ότι η συνέχιση της εγκυμοσύνης θα προκαλέσει στην έγκυο σοβαρό ψυχικό πρόβλημα (αρθ. 304 παρ. 4 περ. γ’ Π.Κ.), ανοίγει τον δρόμο για την υιοθέτηση της ιατρικής ένδειξης, βάσει της οποίας η διακοπή της κύησης επιτρέπεται, πλέον, ανεξαρτήτως χρονικού πλαισίου. Με τον τρόπο αυτόν, η διακοπή της κύησης καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία και διενεργείται σε ασφαλέστερες για την έγκυο συνθήκες.

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα παραμένει, δηλαδή οι γονείς εξωθούνται στην τέλεση παράνομων ενεργειών ή στην επιλογή μιας άλλης έννομης τάξης με σοβαρή οικονομική τους επιβάρυνση. Πηγή του προβλήματος είναι η επιλογή του νομοθέτη για επιβολή χρονικού ορίου διακοπής της κύησης, δηλαδή τη συμπλήρωση 24 εβδομάδων κύησης. Ίσως θεωρήθηκε ότι μετά από αυτό το χρονικό όριο η ελευθερία αυτοπροσδιορισμού της γυναίκας υποχωρεί έναντι της ζωής του εμβρύου, το οποίο πλέον είναι σχεδόν ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος που θα μπορούσε να ζήσει αυτόνομα, εάν γεννιόταν[15].

Ωστόσο, υποστηρίζεται[16] ότι ακριβώς εξαιτίας του προχωρημένου σταδίου στο οποίο βρίσκεται η κύηση, οι γονείς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποφασίζουν επιπόλαια αν θα τη διακόψουν ή όχι. Επομένως, η επέμβαση του ποινικού δικαίου στην απόφασή τους και η αναζήτηση ποινικών ευθυνών από τους ίδιους και τους συμπράττοντες ιατρούς επαυξάνει τα προβλήματα.

Παράλληλα, σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο νομοθέτης επιτρέπει τη θανάτωση του εμβρύου, ακόμα και σε αυτό το προχωρημένο στάδιο της κύησης, όταν συντρέχει η λεγόμενη ιατρική ένδειξη, όταν δηλαδή κινδυνεύει η ζωή ή η υγεία της εγκύου, όπως προαναφέρθηκε. Συνεπώς, φαίνεται ότι ο νομοθέτης προσφέρει στο έμβρυο καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης μια προστασία ποιοτικά διαφορετική από εκείνην που αρμόζει στον άνθρωπο μετά τη γέννηση του, κάτι το οποίο είναι απόλυτα δικαιολογημένο, γιατί το έμβρυο, ακόμα και κατά τα τελευταία στάδια της κύησης, δεν αποτελεί υποκείμενο δικαίου.

Επομένως, προτείνεται[17] η αλλαγή της διάταξης του άρθρου 304 Π.Κ., ώστε να επεκταθεί η λεγόμενη ευγονική ένδειξη μέχρι το τέλος της κύησης, σύμφωνα με το αυστριακό μοντέλο. Επίσης, συνιστάται ο ρόλος του κράτους να είναι καθαρά ενημερωτικός και όχι καθοδηγητικός στο επίπεδο, στο οποίο καλούνται οι δύο γονείς να αποφασίσουν σχετικά με την ποιότητα ζωής που περιμένει τους ίδιους και το παιδί που θα γεννήσουν. Η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται συνειδητά και υπεύθυνα μόνο από τους γονείς, αφού σταθμίσουν όλες τις παραμέτρους (βαρύτητα αναπηρίας, στάδιο εγκυμοσύνης, τυχόν βάρη που έχει επωμιστεί η οικογένεια π.χ. φροντίδα ατόμου με ειδικές ανάγκες ή ηλικιωμένου, προχωρημένη ηλικία γονέων, μέγεθος οικογένειας, κατάσταση σωματικής και ψυχικής υγείας εγκύου, κοινωνική κατάσταση οικογένειας) με ώριμη σκέψη.

 

X. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Εν κατακλείδι, αξίζει να αναφερθούν τα εξής:

-       Η μαζική άσκηση αγωγών (litigation explosion) κατά ιατρών και κλινικών θα σημάνει την «αμερικανοποίηση» της κοινωνίας μας, όπου όλα υπερασπίζονται και όλα αποζημιώνονται.

-       Εφόσον υπάρξει εκτεταμένη άσκηση αγωγών κατά των ιατρών και των κλινικών για περιπτώσεις όπως αυτές που αναφέρθηκαν, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος να αλλάξουν συμπεριφορά οι ιατροί στην προσπάθεια τους να αποφύγουν τις αγωγές αποζημιώσεως, δηλαδή πιθανότατα δε θα διαγιγνώσκουν, ούτε θα γνωματεύουν, αλλά θα δίνουν πιθανότητες στους ασθενείς υπό τη μορφή χρησμών. Ουσιαστικά, θα τους εγκαταλείψουν.

-       Υπάρχει ο ορατός κίνδυνος να θεωρηθούν «σφάλματα της φύσεως» οι άνθρωποι που πάσχουν από αναπηρίες.

-       Ήδη η τάση «κανονικότητας» επηρεάζει τα νέα ζευγάρια, τα οποία ακόμα και χωρίς να έχουν ιστορικό ασθενειών, υπό το φόβο να γεννηθεί ένα «αφύσικο» τέκνο, υποβάλλονται σε εξετάσεις επί εξετάσεων, προτού και αφότου αποφασίσουν να αποκτήσουν τέκνα.

-       Διαπιστώθηκε ότι δημιουργούνται δυσεπίλυτα προβλήματα, αν όχι αδιέξοδα, από τις αξιώσεις που μπορεί να προβάλλει το πάσχον τέκνο (γι’ αυτό εξάλλου ο Γάλλος νομοθέτης απαγόρευσε την προβολή ανάλογων αξιώσεων, όπως προαναφέρθηκε).

 

XI. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Σκόπιμο θα ήταν:

-       Να υποβάλλονται, εγκαίρως, όλες οι υποψήφιες μητέρες σε προγεννητικό έλεγχο, ώστε σε περίπτωση τυχόν προβλημάτων να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για περισυλλογή και λήψη ορθών αποφάσεων, για τις οποίες δε θα μετανιώσουν στο μέλλον.

-       Να μείνουν πιστοί οι ιατροί στον ρόλο τους και να μη μετατραπούν, στα πλαίσια μιας υπέρμετρης διαγνωστικής ιατρικής, σε κριτές της γενετικής «κανονικότητας».

-       Να αντιμετωπίζονται οι υποψήφιες μητέρες με ιδιαίτερη προσοχή από τους ιατρούς, προκείμενου να αποφεύγονται, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, τα ιατρικά σφάλματα.

-       Να υπάρξει πρόβλεψη για τη δημιουργία κάποιου είδους Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο να αποζημιώνει τους ζημιωθέντες γονείς στις περιπτώσεις ιατρικών σφαλμάτων. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να γίνει υποχρεωτική η ιδιωτική ασφάλιση των ιατρών, ώστε σε περίπτωση ιατρικού σφάλματος, δηλαδή επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, να αποζημιώνει η ασφαλιστική εταιρία – όπως συμβαίνει στο εξωτερικό - και να αποφεύγεται η οικονομική καταστροφή των οικογενειών των ιατρών.

-       Να τροποποιηθεί η διάταξη του αρθ. 304 Π.Κ., ώστε να είναι επιτρεπτή η διακοπή της κύησης για ευγονικούς λόγους μέχρι το τέλος της κύησης, όπως ισχύει ήδη σε άλλες χώρες (Αυστρία κ.α.) και όχι μέχρι τη συμπλήρωση των 24 εβδομάδων.

-       Να μετατραπεί ο ρόλος του κράτους σε τέτοια ζητήματα από καθοδηγητικός σε συμβουλευτικός, επιτρέποντας στους γονείς και μόνο να αποφασίζουν υπεύθυνα, χωρίς να νιώθουν την απειλή των ποινικών ευθυνών.

-       Να γίνει ξεκάθαρη η στάση της νομολογίας στο ζήτημα της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη των γονέων. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή ικανοποιείται, εφόσον γίνει επίκληση της προσβολής της προσωπικότητας τους (αρθ. 57επ. Α.Κ.), αλλά απορρίπτεται, αν γίνει επίκληση των διατάξεων περί αδικοπραξιών (αρθ. 914 Α.Κ.).

-       Να αποφεύγεται από τα δικαστήρια η επιδίκαση υπέρογκων «τιμωρητικών» αποζημιώσεων (punitive damages – οι οποίες δεν επιτρέπονται στο δίκαιο μας λόγω του αποκατασταστικού και όχι τιμωρητικού χαρακτήρα των αποζημιώσεων) εις βάρος των ιατρών και των κλινικών.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ & ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ψαρούλης Δ. – Βούλτσος Π., Ιατρικό Δίκαιο – Στοιχεία Βιοηθικής, 2010
  2. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., Μελέτες Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου, 2003
  3. Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, Θέσεις για σύγχρονα προβλήματα – Κείμενα 2000 – 2007, Επιμέλεια Μαριάννα Δρακοπούλου, 2007
  4. Ποινικό Δίκαιο & Βιοηθική, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής, 2009, Δ/νση σειράς Καιάφα – Γκμπάντι, Κουνούγερη – Μανωλεδάκη, Συμεωνίδου – Καστανίδου

  1. Φουντεδάκη Κ., «Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 471 – 483
  2. Μάλλιος Ε., «Οι προγεννητικές εξετάσεις και ο κίνδυνος ευγονικής. Σχόλιο στην υπόθεση Perruche», ΤοΣ 27 2001, σελ. 579 - 590


[1] Πηγή έμπνευσης για το παρόν πόνημα αποτέλεσε το σεμινάριο που συνδιοργάνωσαν το τμήμα Αρχειονομίας και Βιβλιοθηκονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και η Ελληνική Επιτροπή Βιοηθικής στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας την Τρίτη 22/2/2011. Εισηγήτρια της ομιλίας ήταν η κα. Μαρία Μπότη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Ιονίου Πανεπιστημίου, σχολιαστής ο κ. Θεόδωρος Τροκάνας, δικηγόρος και Δρ. Νομικής του Α.Π.Θ., και συντονιστής ο Δρ. Νομικής, Τάκης Βιδάλης.

[2] Βλ. Ψαρούλη Δ. – Βούλτσο Π., Ιατρικό Δίκαιο - Στοιχεία Βιοηθικής, 2010 σελ. 171: Επισημαίνεται ότι η προεμφυτευτική διάγνωση μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε καταχρηστικές εφαρμογές π.χ. επιλογή εμβρύων με ορισμένα χαρακτηριστικά (άσχετα με νόσο) ή επιλογή φύλου που είναι απαράδεκτη, όταν δε γίνεται για αποφυγή φυλοσύνδετων νοσημάτων, αφού μεταξύ άλλων δημιουργεί ανθρώπους κατά παραγγελία, παραβιάζει την ισοτιμία των φύλων, προκαλεί δημογραφικά προβλήματα κ.λπ. Ορθότερο είναι να περιορίζεται σε περιπτώσεις σοβαρών γενετικών παθήσεων. Επίσης, θεωρείται ότι η προεμφυτευτική διάγνωση είναι ορθή, όταν εκτός από τον έλεγχο για αποφυγή μετάδοσης γενετικών νοσημάτων, ελέγχεται και το κατά πόσο το έμβρυο είναι γενετικά υγιές και συμβατός δότης με άλλο παιδί της οικογένειας το οποίο πάσχει και ενδεχομένως χρειάζεται ομφαλοπλακουντιακά βλαστοκύτταρα για αντιμετώπιση αιματολογικών νοσημάτων.

[3] Βλ. Ψαρούλη Δ. – Βούλτσο Π., Ιατρικό Δίκαιο, Στοιχεία Βιοηθικής, 2010 σελ. 169: Σύμφωνα με τη Σύμβαση του Oviedo (αρθ. 12) οι γενετικές εξετάσεις επιτρέπονται μόνο για λόγους υγείας ή για λόγους επιστημονικής έρευνας που σχετίζεται με λόγους υγείας, υπό την προϋπόθεση της κατάλληλης γενετικής συμβουλευτικής.

Βλ. Μάλλιο Ε., «Οι προγεννητικές εξετάσεις και ο κίνδυνος ευγονικής. Σχόλιο στην υπόθεση Perruche», ΤοΣ 27 σελ. 586 – 590: Ο κίνδυνος που παρουσιάζεται σήμερα είναι αυτός της ευγονικής, ο οποίος θα προέλθει από την επέκταση των προγεννητικών εξετάσεων σε όλα τα ζευγάρια. Δηλαδή, η εγκατάλειψη της ατομικής ιατρικής, η οποία απευθύνεται σε ζευγάρια που μόνα τους αποφάσισαν να υποβληθούν στις εν λόγω εξετάσεις εξαιτίας μια υποψίας βάσει του οικογενειακού τους ιστορικού και η είσοδος στο πεδίο της συλλογικής δράσης και της γενικευμένης υγειονομικής πολιτικής. Και αν αυτό έχει ήδη ξεκινήσει από το σύνδρομο Down, ζήτημα χρόνου είναι να επεκταθεί και σε άλλες λιγότερο σοβαρές ασθένειες, ώστε να προκύψει το «κανονικό» παιδί. Όρια έχουν τεθεί από την άνω Σύμβαση του Oviedo και το ζητούμενο είναι να εφαρμοστούν. Θα πρέπει να αποφευχθεί η δημιουργία ενός καταλόγου ασθενειών που θα δικαιολογούσαν την προσφυγή σε αυτές τις εξετάσεις, διότι αυτό θα συνιστά ένα ανεπίτρεπτο «μοντέλο κανονικότητας» που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πηγή στιγματισμού. Τέλος, ορθό θα είναι η υγειονομική πολιτική να χαραχθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην οδηγήσει στην καταπολέμηση των ασθενειών μέσω της εξάλειψης των ασθενών, ενώ οι προγεννητικές εξετάσεις είναι αναγκαίο να παραμείνουν σε ένα ιατρικό πλαίσιο ατομικής γενετικής συμβουλευτικής και να απευθύνονται σε ζευγάρια με βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό σοβαρών ασθενειών.

[4] Βλ. Φουντεδάκη Κ., Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 471 – 473

[5] Κατ’ ακριβολογία, ο όρος αντιστοιχεί στις περιπτώσεις όπου την αποζημίωση ζητεί το ίδιο το άρρωστο ή ανάπηρο παιδί, ενώ όταν τη ζητούν οι γονείς του χρησιμοποιείται ο όρος “wrongful birth”. Αμφότεροι οι όροι προέρχονται από το αμερικανικό δίκαιο.

[6] Βλ. Φουντεδάκη Κ., Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 474, υποσημ. 8: Θα μπορούσε να γίνει επίκληση μιας επιπλέον δικαιοδοτικής βάσης, δηλαδή του Ν. 2251/1994, περί προστασίας του καταναλωτή. Πράγματι, αυτό συνέβη στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς υπ’ αριθμ. 4591/2009 (ο.π. σελ. 12), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου «…θεσμοθετείται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που αυτός προκάλεσε παράνομα και υπαίτια κατά την παροχή των υπηρεσιών». Επίσης, «…η διάταξη του αρθ. 8 είναι εφαρμοστέα μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις ιατρικής ευθύνης, δεδομένου ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει ιατρικές υπηρεσίες, παρέχει αυτές κατά τρόπο ανεξάρτητο στον ασθενή χωρίς να υπακούει σε υποδείξεις ή στις οδηγίες του τελευταίου». Με τα δεδομένα αυτά η συγκεκριμένη διάταξη του αρθ. 8 λειτουργεί ως ειδικότερος κανόνας, «…με κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης με την αντιστροφή του σχετικού βάρους αποδείξεως». Επομένως, εξαιτίας της ιδιαίτερης κατανομής του βάρους αποδείξεως «…ο ασθενής επιβάλλεται να αποδεικνύει εκτός από τη ζημία, την παροχή προς αυτόν ιατρικών υπηρεσιών και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο κάθε ιατρός την εκ μέρους του έλλειψη εκδηλώσεως παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσεως ή μειώσεως της ευθύνης του».

[7] Βλ. Φουντεδάκη Κ., Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 478-479: Ειδικά στις περιπτώσεις «wrongful life» η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ιατρού και της γέννησης του ασθενούς ή ανάπηρου παιδιού είναι έμμεση, με την έννοια ότι, αν ο ιατρός είχε ενεργήσει σύννομα, η υποψήφια μητέρα θα είχε γνωρίσει εγκαίρως το πρόβλημα και θα είχε αποτρέψει τη γέννηση του παιδιού, επιλέγοντας είτε τη μη πραγματοποίηση είτε τη διακοπή της κύησης. Επομένως, στοιχεία της αιτιώδους διαδρομής από το ιατρικό σφάλμα ως τη ζημία είναι, αφ’ ενός μεν η βεβαιότητα αναφορικά με την απόφαση της υποψήφιας μητέρας να ματαιώσει τη γέννηση του παιδιού, αφ’ ετέρου δε το επιτρεπτό της άμβλωσης. Γι’ αυτόν τον λόγο, σε άλλα δίκαια, όπως το γαλλικό και το γερμανικό γίνεται δεκτό ότι ο ιατρός μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του, αποδεικνύοντας, είτε ότι η άμβλωση στη συγκεκριμένη περίπτωση δε θα ήταν νόμιμη, είτε ότι η μητέρα του παιδιού ακόμα και αν γνώριζε εγκαίρως το πρόβλημα, δε θα είχε επιλέξει τη ματαίωση της κύησης, λ.χ. λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων. Αυτού του τύπου οι ισχυρισμοί αφορούν σε «νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά» (rechtmassiges Alternativverhalten) και αμφισβητείται αν ευσταθούν στο ελληνικό δίκαιο. Ενδεχομένως, το θέμα αυτό να συσχετίζεται με το φαινόμενο της υποθετικής αιτιότητας, της οποίας η αποδοχή και οι συνέπειες επίσης αμφισβητούνται.

[8] Βλ. Φουντεδάκη Κ., Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 475-478.

[9] Βλ. Φουντεδάκη Κ., Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 477, υποσημ. 24: Δύσκολη η θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης για την απλή απώλεια μιας δυνατότητας επιλογής ή πιθανοτήτων ευνοϊκής εξέλιξης. Γαλλική η εν λόγω θεωρία της «απώλειας ευκαιρίας» (perte d’ une chance de survie ou de guerison)

[10] Βλ. Φουντεδάκη Κ., Θέματα αστικής ιατρικής ευθύνης σε περίπτωση γέννησης ατόμου με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία (wrongful life), Digesta 2004, σελ. 479-483.

[11] Βλ. Ψαρούλη Δ. – Βούλτσο Π., Ιατρικό Δίκαιο, Στοιχεία Βιοηθικής, 2010 σελ. 170 υποσ. 142 και Μάλλιο Ε., «Οι προγεννητικές εξετάσεις και ο κίνδυνος ευγονικής. Σχόλιο στην υπόθεση Perruche», ΤοΣ 27 σελ. 583 επ.:

Γνωστές είναι οι υποθέσεις:

α) Kelly Molenaar στην οποία δικαστήριο της Χάγης αναγνώρισε υποχρέωση αποζημίωσης στην κλινική που παρέλειψε προγεννητικό έλεγχο με συνέπεια τη γέννηση κοριτσιού με χρωματοσωμικές ανωμαλίες, τόσο προς τους γονείς όσο και προς το παιδί,

β) Perruche όπου το 2000 το Γαλλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο υποχρέωσε σε καταβολή αποζημίωσης νοσοκομείο που παρέλειψε προγεννητικό έλεγχο ερυθράς . Προέκυψε το ζήτημα κατά πόσον η γέννηση παιδιού με αναπηρία είναι ζημία για το ίδιο το παιδί και κατά πόσον είναι παραδεκτή η αστική ευθύνη χωρίς να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια μορφή αντικειμενικής ευθύνης, επειδή «έχασε την ευκαιρία» το παιδί να γεννηθεί φυσιολογικό. Ειδικότερα, το Γαλλικό Ακυρωτικό απεφάνθη: «Από τη στιγμή που τα λάθη, τα οποία διαπράχθηκαν από τον ιατρό και το εργαστήροι, κατά την εκτέλεση των συμβολαίων (συνημμένων με τη μητέρα του τέκνου), εμπόδισαν αυτήν να ασκήσει την επιλογή της να διακόψει την κύηση της, για να αποφύγει τη γέννηση ενός παιδιού με αναπηρία, αυτό το τελευταίο μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας, η οποία προκύπτει από την αναπηρία αυτή και προκλήθηκε από τα ανωτέρω λάθη».

Τα γαλλικά δικαστήρια μέχρι την επίμαχη απόφαση, η οποία προκάλεσε μεταστροφή της γαλλικής πάγιας νομολογίας, δέχονταν ότι η γέννηση ενός ανάπηρου παιδιού θα μπορούσε να αποτελέσει ζημία για τους γονείς (το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την επιδίκαση ενός ποσού αποζημίωσης στους γονείς του παιδιού), δε δέχονταν, όμως, να ερμηνεύσουν τη γέννηση ως ζημία και για το ίδιο το παιδί. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο εκλαμβάνει την ίδια τη ζωή ως ζημία που πρέπει να αποζημιωθεί, το οποίο a contrario, σημαίνει ότι ο ανάπηρος άνθρωπος δε θα έπρεπε να έχει γεννηθεί, αφού η «παύση» του ασθενούς θα ήταν ο μόνος τρόπος αποφυγής της ασθένειας (δυνατότητα θεραπείας του εμβρύου δεν υπήρχε). Ουσιαστικά, λοιπόν, η απόφαση αναγνωρίζει στον άνθρωπο ένα δικαίωμα να μη γεννηθεί «αφύσικος» ή αντιθέτως του αναγνωρίζει ένα δικαίωμα «προγεννητικής ευθανασίας».

Η αντίδραση της γαλλικής κοινωνίας στην απόφαση ήταν άμεση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εκατό (100) οικογενειών που συναθροίστηκαν σε σύλλογο γονέων «ενάντια στη φοβία της αναπηρίας» (Collectif des parents contre l’ handiphobie) και την 1η Δεκεμβρίου 2000 κατέθεσαν αγωγή αποζημίωσης για ηθική βλάβη από παράνομη δικαστική ενέργεια. Ο σύλλογος αυτός θεώρησε ότι το Γαλλικό Ακυρωτικό υιοθέτησε την αρχή της δυσμενούς διάκρισης μεταξύ των υγιών ανθρώπων και αυτών που πάσχουν από αναπηρία και έκαναν λόγο για ευγονική και για μια απόφαση ανεπίτρεπτη για όσους έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στη φροντίδα ανάπηρων παιδιών, η οποία μετατρέπει την άμβλωση σε υποχρέωση. Η αγωγή δεν έγινε δεκτή, καθώς οι ενάγοντες δεν απέδειξαν έννομο συμφέρον, αλλά η αγωγή τους ομοίαζε περισσότερο με actio popularis.

[12] Εσχάτως δε οι ενάγοντες καταφεύγουν στις διατάξεις για την προσβολή της προσωπικότητας (αρθ. 57 επ. Α.Κ.), προκειμένου να επιτύχουν την επιδίκαση ποσών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν, καθώς τα Δικαστήρια απορρίπτουν τις αξιώσεις για ηθική βλάβη στηριζόμενες στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (αρθ. 914 επ. Α.Κ.), λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των γονέων, καθώς οι τελευταίοι (γονείς) θεωρούνται εμμέσως ζημιωθέντες, άρα η ζημία τους δεν αποκαθίσταται.

[13] Βλ. υποσημ. 9.

[14] Βλ. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., «Η προγεννητική διάγνωση και τα χρονικά όρια επιτρεπτής διακοπής της κύησης», Ποινικό Δίκαιο και Βιοηθική, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής, 2009 σελ. 53-54.

[15] Βλ. Fuchs Helmet, Ποινικό Δίκαιο και Βιοηθική, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής, 2009 σελ. 76: Αξίζει να σημειωθεί ότι ύστερα από το χρονικό σημείο της 24ης εβδομάδας της κύησης, η διακοπή της μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με μία εμβρυοκτονία, δηλαδή, συνήθως, χορηγείται στο έμβρυο χλωρικό κάλιο με ένεση στην καρδιά που οδηγεί στη θανάτωση του, όσο ακόμα το έμβρυο βρίσκεται μέσα στο σώμα της μητέρας του. Έτσι, η εμβρυοκτονία, μια σκόπιμη δηλαδή ανθρωποκτονία, εμφανίζει την επέμβαση ως βαρύτερη, σε σχέση άλλες μορφές διακοπής της κύησης, οι οποίες πραγματοποιούνται πριν το έμβρυο καταστεί αυτοδύναμα βιώσιμο.

[16] Βλ. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., «Η προγεννητική διάγνωση και τα χρονικά όρια επιτρεπτής διακοπής της κύησης», Ποινικό Δίκαιο και Βιοηθική, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής, 2009 σελ. 55.

[17] Βλ. Συμεωνίδου – Καστανίδου Ε., «Η προγεννητική διάγνωση και τα χρονικά όρια επιτρεπτής διακοπής της κύησης», Ποινικό Δίκαιο και Βιοηθική, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής, 2009 σελ. 56-57 και Fuchs Helmet, Ποινικό Δίκαιο και Βιοηθική, Δημοσιεύματα Ιατρικού Δικαίου & Βιοηθικής, 2009 σελ. 77-78.


 

© 2008-2013 Perceptum magazine
ISSN: 1792-2933


This site is built on the grounds of the free software  Joomla!
The greek edition is an offer of Ελληνικής Κοινότητας Joomla!
Suggested browser: Mozilla Firefox
Suggested screen resolution: 1024 Χ 768
Webpage hosted by Nohsys